Όταν ο Ντάνιελ Μάρτιν έκλεισε θέση σε ένα απομονωμένο ξύλινο καταφύγιο στον Αρκτικό Κύκλο, πίστευε ότι είχε βρει το ιδανικό μέρος για να ξεκουραστεί.
Το κοντινότερο χωριό απείχε δεκάδες χιλιόμετρα.
Δεν υπήρχε τηλεόραση.
Δεν υπήρχε σήμα κινητής τηλεφωνίας.
Δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι.
Ακριβώς αυτό που ήθελε.
Τις πρώτες ημέρες όλα κυλούσαν ήρεμα.
Διάβαζε βιβλία.
Έγραφε σημειώσεις.
Παρατηρούσε το βόρειο σέλας.
Την πέμπτη ημέρα όμως άρχισε να παρατηρεί κάτι παράξενο.
Άκουγε βήματα έξω από το καταφύγιο.
Στην αρχή πίστεψε ότι ήταν κάποιο ζώο.
Όμως τα βήματα εμφανίζονταν σχεδόν κάθε βράδυ την ίδια ώρα.
Αργά.
Μεθοδικά.
Σαν κάποιος να περπατούσε γύρω από το σπίτι.
Όταν βγήκε να ελέγξει, δεν βρήκε τίποτα.
Το χιόνι ήταν άθικτο.
Καμία πατημασιά.
Καμία ένδειξη παρουσίας.
Τις επόμενες νύχτες οι ήχοι συνεχίστηκαν.
Η αγωνία μεγάλωνε.
Άρχισε να κοιμάται ελάχιστα.
Να ακούει ήχους που δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Να νιώθει ότι κάποιος τον παρακολουθούσε.
Όταν επέστρεψε στον πολιτισμό, περιέγραψε την εμπειρία ως μία από τις πιο τρομακτικές της ζωής του.
Το παράξενο είναι ότι οι ειδικοί που μελέτησαν το περιστατικό δεν βρήκαν κανένα μυστήριο.
Σύμφωνα με αυτούς, η ακραία απομόνωση και η έλλειψη κοινωνικής επαφής μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τους ήχους και τα ερεθίσματα.
Με άλλα λόγια, ίσως να μην υπήρχε κανείς έξω από το καταφύγιο.
Ίσως ο μεγαλύτερος φόβος να ήταν ο ίδιος του ο εαυτός.
Και αυτό, όπως παραδέχθηκε αργότερα ο Ντάνιελ, ήταν πολύ πιο τρομακτικό από οτιδήποτε θα μπορούσε να κρύβεται μέσα στο σκοτάδι.
Δημιουργήθηκε από την ομάδα του megalanea.gr

